Statistics Explained

Archive:Στατιστικά στοιχεία για την εκπαίδευση και την κατάρτιση σε περιφερειακό επίπεδο

This Statistics Explained article is outdated and has been archived - for recent articles on regions and cities see here.

Στοιχεία εξαχθέντα τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2016. Πλέον πρόσφατα στοιχεία: Περαιτέρω πληροφορίες της Eurostat, Βασικοί πίνακες και Βάση δεδομένων. Προγραμματισμένη επικαιροποίηση του άρθρου: Νοέμβρης 2017.

Οι χάρτες μπορούν να διερευνηθούν διαδραστικά με χρήση του στατιστικού άτλαντα της Eurostat (βλ. Εγχειρίδιο χρήστη) (στα αγγλικά).

Χάρτης 1: Ποσοστό συμμετοχής των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών στην προσχολική και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (επίπεδα 0 και 1 της ISCED), κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2, 2014 (1)
(% του συνόλου των τετράχρονων παιδιών)
Πηγή: Eurostat (educ_uoe_enra14)
Χάρτης 2: Ποσοστό σπουδαστών της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης< BR >(επίπεδο 3 της ISCED) που παρακολουθούν προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2, 2014 (1)
(% του συνόλου των σπουδαστών στο επίπεδο 3 της ISCED)
Πηγή: Eurostat (educ_uoe_enra13)
Χάρτης 3: Ποσοστό των νέων ηλικίας 18-24 ετών που εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση, κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2, 2015 (1)
(%)
Πηγή: Eurostat (edat_lfse_16)
Γράφημα 1: Διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στα ποσοστά των νέων ηλικίας 18-24 ετών που εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση, επιλεγμένες περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 στην ΕΕ, 2015 (1)
(διαφορά σε ποσοστιαίες μονάδες, ποσοστό ανδρών - ποσοστό γυναικών)< br >Πηγή: Eurostat (edat_lfse_16)
Χάρτης 4: Ποσοστό των νέων ηλικίας 18-24 ετών εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ), κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2, 2015 (1)
(%)
Πηγή: Eurostat (edat_lfse_22)
Γράφημα 2: Διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στα ποσοστά των νέων ηλικίας 18-24 ετών εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης
(ΕΑΕΚ), επιλεγμένες περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 στην ΕΕ, 2015 (1)
(διαφορά σε ποσοστιαίες μονάδες, ποσοστό ανδρών - ποσοστό γυναικών)
Πηγή: Eurostat (edat_lfse_22)
Χάρτης 5: Ποσοστό των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδα 5-8 της ISCED), κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2, 2015 (1)
(%)
Πηγή: Eurostat (edat_lfse_12)
Γράφημα 3: Διαφορές μεταξύ των φύλων στα ποσοστά των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδα 5-8 της ISCED), επιλεγμένες περιοχές NUTS 2 στην ΕΕ, 2015 (1)
(διαφορά σε ποσοστιαίες μονάδες, ποσοστό ανδρών - ποσοστό γυναικών)
Πηγή: Eurostat (edat_lfse_12)

Το παρόν άρθρο ανήκει σε σειρά στατιστικών άρθρων που βασίζονται στην επετηρίδα της Eurostat για τις περιφέρειες. Η εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση και γενικότερα η δια βίου μάθηση διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις οικονομικές και κοινωνικές στρατηγικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Η Eurostat συλλέγει και δημοσιεύει στατιστικά στοιχεία σχετικά με την εκπαίδευση και την κατάρτιση στα κράτη μέλη της ΕΕ και τις περιφέρειές τους· επιπροσθέτως, διατίθενται πληροφορίες και για την EΖΕΣ και τις υποψήφιες χώρες. Το παρόν άρθρο παρουσιάζει στοιχεία σχετικά με: τα ποσοστά συμμετοχής των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών, τα ποσοστά σπουδαστών σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, τα ποσοστά των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση, τα ποσοστά των νέων ατόμων εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ), και τα ποσοστά των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σε γενικές γραμμές, τα εν λόγω στατιστικά στοιχεία παρουσιάζονται ανά περιφέρεια NUTS επιπέδου 2, αν και τα στοιχεία σχετικά με τη συμμετοχή είναι διαθέσιμα μόνο κατά περιφέρεια NUTS επιπέδου 1 για τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ για την Κροατία είναι διαθέσιμα μόνο σε εθνικό επίπεδο.

Κύρια στατιστικά στοιχεία

Το 2014, τα αριθμητικά στοιχεία για την ΕΕ-28 δείχνουν ότι υπήρχαν περίπου 107 εκατομμύρια εγγεγραμμένα παιδιά, μαθητές και σπουδαστές στο σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος, από την προσχολική εκπαίδευση έως και τις μεταπτυχιακές σπουδές (επίπεδα 02-8 της (ISCED.

Συμμετοχή των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών στην εκπαίδευση

Η προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων και την αύξηση της επάρκειας σε βασικές ικανότητες. Οι φορείς χάραξης πολιτικής υποστηρίζουν ότι μεγαλύτερο ποσοστό μικρών παιδιών θα πρέπει να ενθαρρύνονται να παρακολουθούν προσχολική εκπαίδευση, παρά άτυπη, μη επαγγελματική φροντίδα. Το στρατηγικό πλαίσιο -Εκπαίδευση και κατάρτιση 2020 (ΕΚ 2020) έχει ως πρωταρχικό στόχο τουλάχιστον το 95 % των παιδιών από τεσσάρων ετών έως και την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης να συμμετέχουν στην προσχολική εκπαίδευση. Σημειώνεται ότι η κατά νόμο ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών μελών της ΕΕ ποικίλλει σημαντικά: στο Λουξεμβούργο και στη Βόρεια Ιρλανδία (Ηνωμένο Βασίλειο) η υποχρεωτική εκπαίδευση αρχίζει στην ηλικία των τεσσάρων ετών, ενώ σε άλλες περιοχές/κράτη μέλη της ΕΕ αρχίζει σε ηλικία μεταξύ πέντε και επτά ετών. Η εγγραφή στην προσχολική εκπαίδευση είναι γενικά προαιρετική στα περισσότερα κράτη μέλη.

Το 2014, υπήρχαν λίγο πάνω από πέντε εκατομμύρια παιδιά ηλικίας τεσσάρων ετών εγγεγραμμένα σε κάποιας μορφής προσχολική ή πρωτοβάθμια εκπαίδευση (όπως ορίζεται από τα επίπεδα 0-1 της ISCED)· μόνο ένα πολύ μικρό μέρος αυτών (52 000) βρίσκονταν στο στάδιο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Ορισμός της προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης

Η προσχολική εκπαίδευση (επίπεδο 0 της ISCED) σχεδιάζεται κατά κανόνα με βάση μια ολιστική προσέγγιση που έχει στόχο να υποστηρίξει την πρώιμη γνωστική, σωματική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών και να εξοικειώσει τα μικρά παιδιά με την οργανωμένη διδασκαλία έξω από το οικογενειακό περιβάλλον. Υπάρχουν δύο κατηγορίες προγραμμάτων στο επίπεδο 0 της ISCED: βρεφονηπιακή αγωγή και προσχολική εκπαίδευση. Η πρώτη έχει εκπαιδευτικό περιεχόμενο σχεδιασμένο για τα μικρότερα παιδιά (ηλικίας 0-2 ετών), ενώ η δεύτερη είναι σχεδιασμένη για παιδιά μεταξύ τριών ετών και της ηλικίας έναρξης της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Και οι δύο κατηγορίες χαρακτηρίζονται από μαθησιακά περιβάλλοντα που παρέχουν οπτικά ελκυστικά και πλούσια γλωσσικά ερεθίσματα, με τουλάχιστον δύο ώρες διδασκαλίας ανά ημέρα· με άλλα λόγια, οι παιδικοί και οι βρεφονηπιακοί σταθμοί, καθώς και τα κέντρα ημερήσιας φροντίδας εξαιρούνται εάν δεν έχουν εκπαιδευτική πτυχή.

Τα προγράμματα πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδο 1 της ISCED) σχεδιάζονται κατά κανόνα ώστε να παρέχουν στους μαθητές τις βασικές δεξιότητες στην ανάγνωση, τη γραφή και τα μαθηματικά (αλφαβητισμός και αριθμητισμός) και να τίθενται στερεά θεμέλια για την εκμάθηση και κατανόηση βασικών τομέων της γνώσης, και για την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη. Η ηλικία είναι συνήθως η μόνη προϋπόθεση εισόδου σε αυτό το εκπαιδευτικό επίπεδο.

Όλα σχεδόν τα παιδιά ηλικίας τεσσάρων ετών στην πλειονότητα των περιφερειών της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου συμμετείχαν στην προσχολική εκπαίδευση ή την πρωτοβάθμια εκπαίδευση

Η πιο σκουρόχρωμη σκίαση στον χάρτη 1 δείχνει τις περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 όπου τα ποσοστά συμμετοχής των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών ήταν ιδιαίτερα υψηλά· σημειώνεται ότι τα δεδομένα για τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο αφορούν τις περιφέρειες επιπέδου NUTS 1 και ότι για την Κροατία διατίθενται μόνο στοιχεία σε εθνικό επίπεδο. Τα ποσοστά συμμετοχής των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών ήταν τουλάχιστον 98 % σε 63 από τις 224 περιφέρειες της ΕΕ που παρουσιάζονται (δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την περιφέρεια της Μαγιότ στη Γαλλία). Τα υψηλότερα ποσοστά συγκέντρωναν η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ υψηλά ποσοστά υπήρχαν και σε ορισμένες περιφέρειες της νότιας Ιταλίας, τμήματα της Γερμανίας, της Ισπανίας και του Βελγίου (κυρίως στη Φλάνδρα), καθώς και σε ορισμένες περιφέρειες στην ηπειρωτική Δανία, την Ιρλανδία (Border, Midland και Western), τη βόρεια Ιταλία (Provincia Autonoma di Trento και Provincia Autonoma di Bolzano/Bozen), την Αυστρία (Burgenland) και την Πορτογαλία (Alentejo)· στις δύο βορειότερες περιφέρειες της Νορβηγίας (Trøndelag και Nord-Norge) καταγράφηκαν επίσης ποσοστά τουλάχιστον 98 %.

Η Αθήνα είχε το χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών στην προσχολική εκπαίδευση και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση

Αντιθέτως, στον χάρτη 1 απεικονίζεται μια πολύ σαφής διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με τα ποσοστά συμμετοχής να είναι, σε γενικές γραμμές, πολύ χαμηλότερα στις περισσότερες ανατολικές περιφέρειες της ΕΕ, καθώς και στα κράτη μέλη της Βαλτικής (καθένα από τα οποία αποτελεί μία περιφέρεια σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης). Στις περιφέρειες που χαρακτηρίζονται από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής (κάτω από 70 %, όπως φαίνεται από την πιο ανοιχτόχρωμη πορτοκαλί σκίαση στον χάρτη 1), περιλαμβάνονται η Κροατία (εθνικά στοιχεία) και τα περισσότερα τμήματα της Πολωνίας και της Ελλάδας, ενώ παρόμοιες περιφέρειες υπήρχαν επίσης στην ανατολική Σλοβακία (Východné Slovensko) και τη βόρεια Φινλανδία (Pohjois- ja Itä-Suomi)· το ίδιο παρατηρείται σε κάθε περιφέρεια της Τουρκίας (στοιχεία του 2013), σε όλες τις περιφέρειες της Ελβετίας εκτός από μία (Ticino), καθώς επίσης και στο Λιχτενστάιν και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (αμφότερες ενιαίες περιφέρειες σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης).

Η λεπτομερέστερη ανάλυση σε συγκεκριμένες περιφέρειες αποκαλύπτει ότι η περιφέρεια της ελληνικής πρωτεύουσας (Αττική) είχε μακράν το χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών στην προσχολική εκπαίδευση και την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με ποσοστό 28,3 % το 2014. Το ποσοστό αυτό ήταν σημαντικά χαμηλότερο απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια, καθώς όλες οι υπόλοιπες περιφέρειες της ΕΕ ανέφεραν πλειοψηφικά ποσοστά συμμετοχής των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών στην προσχολική και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό καταγράφηκε επίσης στην Ελλάδα, στη βορειοανατολική περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (50,9 %)· αυτή ήταν μία από τις έξι ελληνικές περιφέρειες όπου το ποσοστό συμμετοχής των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών ήταν της τάξης του 50-60 %.

Σπουδαστές επαγγελματικής ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Εκτιμάται ότι 10,6 εκατομμύρια (ή 48,0 %) σπουδαστές της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδο 3 της ISCED) σε ολόκληρη την ΕΕ συμμετείχαν σε πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης το 2014, ενώ οι υπόλοιποι παρακολούθησαν προγράμματα γενικής εκπαίδευσης. Η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΕΚ) θεωρείται παράγοντας κρίσιμης σημασίας για τη μείωση του ποσοστού ανεργίας των νέων και για τη διευκόλυνση της μετάβασης των νέων από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας. Οι φορείς χάραξης πολιτικής σε ολόκληρη την ΕΕ αναζητούν τρόπους αύξησης της ελκυστικότητας των προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης και μαθητείας, προκειμένου να μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτική λύση ως προς τα προσόντα της ανώτερης δευτεροβάθμιας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και να ανταποκρίνονται καλύτερα στις δεξιότητες που απαιτούν οι εργοδότες.

Στον χάρτη 2, το ποσοστό των σπουδαστών που παρακολουθούσαν προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης παρουσίαζε σημαντική διακύμανση μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, με μια ομάδα περιφερειών, ήτοι την Τσεχική Δημοκρατία, τη Σλοβακία, την Αυστρία, τη Σλοβενία, την Κροατία, τη βόρεια Ιταλία και την Ελβετία, να παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή εξειδίκευση στην επαγγελματική εκπαίδευση· τα ποσοστά ήταν επίσης υψηλά στη Φινλανδία, στις Κάτω Χώρες και τις βόρειες περιφέρειες του Βελγίου. Ορισμένες από τις διαφορές αυτές μπορεί να οφείλονται στις αντιλήψεις όσον αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση: για παράδειγμα, σε χώρες όπως η Τσεχική Δημοκρατία και η Αυστρία, η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση θεωρείται γενικά ως μια ελκυστική πρόταση που διευκολύνει τη μετάβαση του ατόμου στην αγορά εργασίας, ενώ σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ ο ρόλος της είναι συχνά λιγότερο ανεπτυγμένος, εν μέρει λόγω λιγότερο θετικών κοινωνικών αντιλήψεων.

Η επαγγελματική εκπαίδευση αντιπροσώπευε πάνω από τα τρία τέταρτα των σπουδαστών της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε τρεις περιφέρειες της Τσεχικής Δημοκρατίας και μία περιφέρεια της Αυστρίας

Μια λεπτομερέστερη εξέταση κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2 δείχνει ότι σε 40 περιφέρειες της ΕΕ το ποσοστό των σπουδαστών της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που συμμετείχαν σε πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης το 2014 ήταν τουλάχιστον 65 % (όπως υποδεικνύει η πιο σκουρόχρωμη πορτοκαλί σκίαση στον χάρτη 2). Υπήρξαν τρεις περιφέρειες στις οποίες ποσοστό άνω των τριών τετάρτων του συνόλου των σπουδαστών ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης συμμετείχαν σε πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης: οι δύο από αυτές ήταν στην Τσεχική Δημοκρατία (Severozápad και Jihozápad) ενώ η τρίτη στην Αυστρία (Oberösterreich).

Αντίθετα, τα χαμηλότερα ποσοστά επαγγελματικής εκπαίδευσης μεταξύ των μαθητών της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καταγράφηκαν σε αμφότερες τις περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 της Ιρλανδίας και στη Σκωτία (υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία μόνο για τις περιφέρειες επιπέδου NUTS 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο), όπου λιγότεροι από 1 στους 10 σπουδαστές παρακολούθησαν προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Υπήρξαν τρεις περιφέρειες στις οποίες το ποσοστό των σπουδαστών που παρακολούθησαν επαγγελματική εκπαίδευση κυμαινόταν μεταξύ 10-20 %: οι νησιωτικές περιοχές της Μάλτας και της Κύπρου (και οι δύο ενιαίες περιφέρειες σε αυτό το επίπεδο λεπτομέρειας) και η περιφέρεια της πρωτεύουσας της Ουγγαρίας (Közép-Magyarország). Το ποσοστό των σπουδαστών ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που παρακολούθησαν προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης ήταν μικρότερο από 35 % (όπως προκύπτει από την πιο ανοιχτόχρωμη πορτοκαλί σκίαση στον χάρτη 2) σε 9 από τις 13 περιφέρειες της Ελλάδας, στις έξι υπόλοιπες ουγγρικές περιφέρειες (σε πλήρη αντίθεση με τις περιφέρειες που περιβάλλουν την Ουγγαρία), σε έξι περιφέρειες της νότιας Ισπανίας, καθώς και στο Βραδεμβούργο [περιφέρεια επιπέδου NUTS 1 που περιβάλλει την περιφέρεια της γερμανικής πρωτεύουσας (Βερολίνο)], στην περιφέρεια Île de France της γαλλικής πρωτεύουσας, στη Βόρεια Ιρλανδία και την Ουαλία (αμφότερες περιφέρειες επιπέδου NUTS 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο), στην Εσθονία και στη Λιθουανία (αμφότερες ενιαίες περιφέρειες σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης).

Ευρώπη 2020: άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση

Οι νέοι μεταξύ 15 και 17 ετών έρχονται συχνά αντιμέτωποι με μια επιλογή: να συνεχίσουν την εκπαίδευση ή την κατάρτισή τους, ή να αναζητήσουν εργασία. Η υποχρεωτική εκπαίδευση πλήρους φοίτησης διαρκεί, κατά μέσο όρο, 9 ή 10 έτη στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ και κατά κανόνα ολοκληρώνεται στο τέλος της κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδο 2 της ISCED).

Πρωταρχικός στόχος είναι το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης να είναι χαμηλότερο του 10 % έως το 2020

Η εκπαίδευση αποτελεί έναν από τους πέντε πυλώνες που βρίσκονται στο επίκεντρο της αναπτυξιακής στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Δύο από τους στόχους που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της προόδου που σημειώνει η ΕΕ προς μια «έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς οικονομία» αφορούν την εκπαίδευση. Τα εν λόγω σημεία αναφοράς έχουν καθοριστεί για την ΕΕ συνολικά και προβλέπουν ότι:

  • το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να είναι χαμηλότερο του 10 % έως το 2020· και
  • τουλάχιστον το 40 % των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει τριτοβάθμια ή ισοδύναμη εκπαίδευση έως το 2020.

Επισημαίνεται ότι, ενώ αμφότεροι οι στόχοι αυτοί τέθηκαν για το σύνολο της ΕΕ, δεν αφορούν συγκεκριμένα το εθνικό ή το περιφερειακό επίπεδο. Πράγματι, κάθε σημείο αναφοράς της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» έχει μεταφραστεί σε εθνικούς (και ορισμένες φορές περιφερειακούς) στόχους, οι οποίοι αντανακλούν τις διαφορετικές καταστάσεις και συνθήκες κάθε κράτους μέλους της ΕΕ.

Ο δείκτης για τα άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση δείχνει το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 18-24 ετών που έχουν ολοκληρώσει μόνο την κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν συμμετείχαν σε περαιτέρω εκπαίδευση ή κατάρτιση (τέσσερις εβδομάδες πριν από την έρευνα βάσει της οποίας συλλέγονται τα στοιχεία).

Το ποσοστό των νέων που εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ανερχόταν σε 11,0 %

Το 2015, το 11,0 % των ατόμων 18 έως 24 ετών στην ΕΕ-28 εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση, ποσοστό χαμηλότερο κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2014. Πράγματι, εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία παρατηρείται σταθερή μείωση στο ποσοστό των νέων ηλικίας 18-24 ετών που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση. Εάν η τάση αυτή συνεχιστεί, τότε ο πρωταρχικός στόχος της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για ποσοστό χαμηλότερο του 10 % φαίνεται να είναι επιτεύξιμος.

Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές ανισότητες τόσο μεταξύ όσο και εντός των κρατών μελών της ΕΕ και αυτές αντικατοπτρίζονται, σε κάποιον βαθμό, στους εθνικούς στόχους που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», οι οποίοι κυμαίνονται από μόλις 4 % στην Κροατία μέχρι και 16 % στην Ιταλία· για το Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει στόχος.

Τα υψηλότερα ποσοστά των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση καταγράφονται συχνά στη νότια Ευρώπη, και ιδίως στις νησιωτικές περιφέρειες

Το 2015, το ποσοστό των νέων που εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ήταν χαμηλότερο από τον στόχο του 10 % της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» σε 130 από τις 266 περιφέρειες για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Ο χάρτης 3 δείχνει ότι το μοτίβο κατανομής των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση στις περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 ήταν μεικτό, με τα χαμηλότερα ποσοστά να συγκεντρώνονται σε μια ζώνη που εκτείνεται από την Πολωνία έως την Τσεχική Δημοκρατία και τη Σλοβακία, τη νοτιοανατολική Αυστρία, τη Σλοβενία και την Κροατία. Αντίθετα, τα υψηλότερα ποσοστά των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ήταν συγκεντρωμένα στη νότια Ισπανία και τις Βαλεαρίδες Νήσους, σε τρεις περιφέρειες της Ρουμανίας, στις πορτογαλικές αυτόνομες περιφέρειες των Αζορών και της Μαδέρας, και στα ιταλικά νησιά της Σαρδηνίας και της Σικελίας· πολύ υψηλά ποσοστά ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση καταγράφηκαν επίσης σε όλη την Τουρκία. Πολλές από τις περιφέρειες της ΕΕ με τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση χαρακτηρίστηκαν ως σχετικά απομακρυσμένες/αραιοκατοικημένες και ενδέχεται οι σπουδαστές που κατοικούν σε αυτές να είναι υποχρεωμένοι να τις εγκαταλείψουν εάν επιθυμούν να ακολουθήσουν συγκεκριμένη εξειδίκευση, ενώ όσοι παραμένουν να έχουν στη διάθεσή τους σχετικά λίγες ευκαιρίες για ανώτερη/περαιτέρω εκπαίδευση.

Στις ανατολικές περιφέρειες καταγράφονται μερικά από τα χαμηλότερα ποσοστά ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση

Το 2015, στην κροατική περιφέρεια Jadranska Hrvatska καταγράφηκε το χαμηλότερο ποσοστό νέων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση (0,9 %). Υπήρχαν 14 επιπλέον περιφέρειες όπου το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ήταν χαμηλότερο από 5 % (όπως προκύπτει από την ελαφρύτερη απόχρωση του πορτοκαλί στον χάρτη 3) και αυτές βρίσκονταν κυρίως στην ανατολική Ευρώπη: πέντε περιφέρειες της Πολωνίας, τρεις περιφέρειες της Τσεχικής Δημοκρατίας, αμφότερες οι περιφέρειες της Κροατίας, δύο περιφέρειες της Σλοβακίας, καθώς και μία περιφέρεια από το Βέλγιο, μία από τη Σλοβενία και μία από τη Σουηδία.

ΕΣΤΙΑΣΗ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ

Jadranska Hrvatska, Κροατία

Old town of Rovinj Croatia 2005-09-15.jpg

Το 2015, το ποσοστό των νέων ανθρώπων (ηλικίας 18-24) στην ΕΕ-28 που εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ανήλθε σε 11,0 %. Στην Κροατία, το σχετικό ποσοστό ήταν πολύ χαμηλότερο, ιδιαίτερα κατά μήκος της Αδριατικής ακτής και στα νησιά της Κροατίας, φτάνοντας το 0,9 % στην Jadranska Hrvatska.

©: Nicolas Brignol

Οι περιφέρειες πρωτευουσών της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Κροατίας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας βρίσκονταν μεταξύ των 15 περιφερειών με τα χαμηλότερα ποσοστά ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση. Σχετικά χαμηλά αντίστοιχα ποσοστά καταγράφηκαν και σε αρκετές άλλες περιφέρειες που χαρακτηρίζονται ως κυρίως αστικές, για παράδειγμα: στις περιφέρειες πρωτευουσών της Área Metropolitana de Lisboa (10,7 %) και του Inner London - East (5,5 %) καταγράφηκαν τα χαμηλότερα ποσοστά ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση στην Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο· αυτό μάλλον δεν εκπλήσσει, αν αναλογιστούμε ότι οι εγκαταστάσεις τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και κατάρτισης είναι πιο πιθανό να βρίσκονται σε πρωτεύουσες και άλλες σχετικά μεγάλες πόλεις. Αντιθέτως, το ποσοστό των νέων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ήταν σχετικά υψηλό (σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο) στις περιφέρειες πρωτευουσών του Βελγίου, τη Γερμανίας και της Αυστρίας (Bruxelles-Capitale/Brussels Hoofdstedelijk, Berlin και Wien).

Οι νέοι άνδρες παρουσίαζαν, κατά μέσο όρο, περισσότερες πιθανότητες να εγκαταλείψουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση σε σύγκριση με τις νέες γυναίκες

Οι πληροφορίες σχετικά με το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση μπορούν να αναλυθούν κατά φύλο (βλέπε γράφημα 1 για μια περιφερειακή ανάλυση των διαφορών μεταξύ των δύο φύλων για τον εν λόγω δείκτη). Το 2015, το ποσοστό όσων εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση μεταξύ των νέων ανδρών ηλικίας 18-24 ετών (12,4 %) ήταν περίπου 2,9 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό που καταγράφηκε μεταξύ των νέων γυναικών (9,5 %). Σημειώνεται, ωστόσο, ότι το ποσοστό των γυναικών που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση στην ΕΕ-28 παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο μεταξύ 2014 και 2015 (πτώση κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ το ποσοστό των ανδρών σημείωσε μεγαλύτερη μείωση (κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων αμβλύνθηκαν κάπως —συνεχίζοντας μια τάση που είχε διαφανεί από την αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης το 2008— όταν στην ΕΕ-28 το ποσοστό των νέων ανδρών που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ήταν 4,0 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από εκείνο των νέων γυναικών.

Σε ό,τι αφορά τους νέους άνδρες, σχετικά υψηλά ποσοστά ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση καταγράφηκαν συχνά στις περιφέρειες που χαρακτηρίζονται ως γεωργικές/αγροτικές...

Το ποσοστό όσων εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ήταν χαμηλότερο για τις νέες γυναίκες από ό,τι για τους νέους άνδρες σε 164 από τις 212 περιφέρειες για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία για το 2015. Υπήρχαν οκτώ περιφέρειες, όλες στον νότο της Ευρώπης, όπου η καταγραφείσα διαφορά μεταξύ των δύο φύλων ήταν διψήφια· σε κάθε περίπτωση, το ποσοστό των νέων ανδρών που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό για τις νέες γυναίκες. Η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στην ισπανική περιφέρεια La Rioja, όπου σχεδόν το ένα τρίτο (32,4 %) των νέων ανδρών εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση, σε σύγκριση με το 10,8 % των νέων γυναικών. Μεταξύ των οκτώ περιφερειών που παρουσίασαν διψήφια διαφορά μεταξύ των δύο φύλων υπήρχαν τέσσερις ακόμα ισπανικές περιφέρειες, και συγκεκριμένα η Comunidad Valenciana, η Extremadura, η Γαλικία και οι Βαλεαρίδες Νήσοι. Την οκτάδα συμπλήρωναν δύο ιταλικές περιφέρειες (Sardegna και Abruzzo) και η ελληνική νησιωτική περιφέρεια του Νοτίου Αιγαίου.

… αντιθέτως, σχετικά υψηλά ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης μεταξύ των νέων γυναικών καταγράφηκαν συχνά σε μητροπολιτικές περιφέρειες ή περιφέρειες με βαριά βιομηχανία

Στις 43 περιφέρειες όπου τα ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης για τους νέους άνδρες ήταν χαμηλότερα από εκείνα που καταγράφηκαν για τις νέες γυναίκες, οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων ήταν γενικώς αρκετά μικρές (συχνά μικρότερες από 2,0 ποσοστιαίες μονάδες). Ωστόσο, η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στην ολλανδική περιφέρεια Zeeland, όπου το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης για τις νέες γυναίκες ήταν 18,4 %, περίπου 6,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο για τους νέους άνδρες (12,1 %). Μεταξύ των 10 περιφερειών με τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των φύλων όπου το χαμηλότερο ποσοστό σημείωναν οι άνδρες, υπήρχαν τρεις περιφέρειες από το Ηνωμένο Βασίλειο (Merseyside, Inner London - East, Berkshire, Buckinghamshire και Oxfordshire), δύο περιφέρειες από την Τσεχική Δημοκρατία (Strední Cechy και Moravskoslezsko), καθώς και μεμονωμένες περιφέρειες από τη Βουλγαρία (Severen tsentralen), την Ισπανία (Ciudad Autónoma de Melilla), τη Γερμανία (Koblenz) και τη Ρουμανία (Sud-Vest Oltenia).

Νέοι εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ)

Το 2015, 6,2 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 18-24 στην ΕΕ-28 βρίσκονταν εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ)· σε σχέση με τον πληθυσμό της ίδιας ηλικίας, το ποσοστό ΕΑΕΚ στους νέους ήταν 15,8 %. Ένας από τους βασικούς καθοριστικούς παράγοντες που εξηγεί τις διαφορές στα ποσοστά ΕΑΕΚ είναι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο· ως εκ τούτου, οι περιφέρειες που καταγράφουν σχετικά υψηλά ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης αναμένεται επίσης να εμφανίζουν σχετικά υψηλά ποσοστά ΕΑΕΚ.

Σύγκριση της ανεργίας των νέων με τα άτομα ΕΑΕΚ

Η ανεργία των νέων (για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε άρθρο σχετικά με τις στατιστικές για την αγορά εργασίας σε περιφερειακό επίπεδο) και το ποσοστό των νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ) είναι έννοιες συμπληρωματικές. Το ποσοστό ανεργίας αποτελεί δείκτη μέτρησης των ατόμων που δεν έχουν απασχόληση (αλλά έχουν αναζητήσει ενεργά απασχόληση και είναι σε θέση να αρχίσουν να εργάζονται)· βασίζεται στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό —δηλαδή τα άτομα που απασχολούνται ή είναι άνεργα— ο οποίος αποτελεί τον παρονομαστή του.

Αντιθέτως, ο ορισμός εκείνων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ) εξαιρεί τα άτομα που εργάζονται ή συμμετέχουν σε πρόγραμμα εκπαίδευσης ή κατάρτισης, αλλά ενδέχεται να περιλαμβάνει ορισμένα από τα οικονομικώς ανενεργά άτομα· βασίζεται σε παρονομαστή που καλύπτει ολόκληρη την ηλικιακή ομάδα 18-24 ετών.

Αφού έφτασε στο ανώτατο σημείο του (16,9 %) το 2003, το ποσοστό των ΕΑΕΚ στην ΕΕ-28 σημείωσε διαδοχικές μειώσεις φτάνοντας στο 14,0 % το 2008 (στην αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης). Έκτοτε, σημειώθηκαν τέσσερις συνεχόμενες αυξήσεις, καθώς το ποσοστό αυξήθηκε σε 17,2 ως το 2012, προτού πέσει και πάλι στο 15,8% % ως το 2015. Κατά την τελευταία δεκαετία, το ποσοστό των ατόμων ΕΑΕΚ στην ΕΕ-28 καθορίστηκε/επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις μεταβολές στην ανεργία των νέων, καθώς το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 18-24 που ήταν ανενεργά παρέμεινε σχετικά σταθερό (σε ποσοστό λίγο χαμηλότερο από 8 %).

Μια ανάλυση στα κράτη μέλη της ΕΕ δείχνει ότι το υψηλότερο ποσοστό νέων εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης για το 2015 καταγράφηκε στην Ιταλία (27,9 %), ενώ το ποσοστό των ατόμων ΕΑΕΚ ήταν μεταξύ 20-25 % στην Ισπανία, την Κύπρο, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ελλάδα και την Κροατία. Αντιθέτως, το ποσοστό των νέων εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης ήταν αρκετά χαμηλό (6,2 %) στις Κάτω Χώρες, και χαμηλότερο από 10 % στο Λουξεμβούργο, τη Δανία, τη Γερμανία, τη Σουηδία, την Αυστρία και την Τσεχική Δημοκρατία.

Υπήρχαν τέσσερις περιφέρειες της ΕΕ όπου το ποσοστό των νέων εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης υπερέβαινε το 40 %

Λεπτομερέστερη ανάλυση κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2 επιβεβαιώνει ότι το 2015 το υψηλότερο ποσοστό νέων εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης καταγράφηκε στην βουλγαρική περιφέρεια Severozapaden, όπου το ποσοστό ατόμων ΕΑΕΚ ανήλθε στο 45,7 %. Υπήρχαν τέσσερις ακόμη περιφέρειες όπου το ποσοστό αυτό ήταν μεγαλύτερο από 40 %: η γαλλική υπερπόντια περιφέρεια της Γουιάνας, η ελληνική περιφέρεια της Στερεάς Ελλάδας, καθώς και οι δύο περιφέρειες της νότιας Ιταλίας (Καλαβρία και Σικελία).

Οι πέντε περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων ΕΑΕΚ ήταν ευρέως αντιπροσωπευτικές των γενικότερων τάσεων που παρατηρήθηκαν σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς ορισμένα από τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων ΕΑΕΚ καταγράφηκαν στη νότια Ιταλία, στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε τμήματα της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, καθώς και στα γαλλικά départements et territoires d’outre-mer (όπως φαίνεται από την πιο σκουρόχρωμη πορτοκαλί σκίαση στον χάρτη 4). Πράγματι, από τις 30 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 όπου το ποσοστό ατόμων ΕΑΕΚ ήταν μεγαλύτερο από 25 %, υπήρχαν μόνο πέντε περιφέρειες έξω από τις περιοχές που αναφέρονται ανωτέρω: τρεις από αυτές βρίσκονταν στην Ισπανία (Andalucía και Ciudades Autónomas de Ceuta y Melilla), ενώ οι άλλες δύο περιφέρειες ήταν η Região Autónoma dos Açores (Πορτογαλία) και η Tees Valley and Durham (Ηνωμένο Βασίλειο).

Το χαμηλότερο ποσοστό ατόμων ΕΑΕΚ στην ΕΕ καταγράφηκε στη νοτιοδυτική βαυαρική περιφέρεια Schwaben (4,3 %), ενώ η Oberbayern (μια άλλη βαυαρική περιφέρεια) και η Overijssel (Κάτω Χώρες) ήταν οι μόνες άλλες περιφέρειες που κατέγραψαν ποσοστά ατόμων ΕΕΑΚ χαμηλότερα του 5 %. Από τις 271 περιφέρειες επίπεδου NUTS 2 για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για το 2015, σε 61 περιφέρειες το ποσοστό ατόμων ΕΑΕΚ ήταν χαμηλότερο από 10 % (όπως προκύπτει από την ελαφρύτερη πορτοκαλί απόχρωση στον χάρτη 4). Οι εν λόγω περιφέρειες ήταν κυρίως συγκεντρωμένες στις Κάτω Χώρες, στο Λουξεμβούργο (ενιαία περιφέρεια σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης), στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Τσεχική Δημοκρατία, στη Δανία και στη Σουηδία, αν και υπήρχαν δύο επιπλέον περιφέρειες με ποσοστά κάτω από 10 %, και συγκεκριμένα η Közép-Dunántúl στην Ουγγαρία και η Inner London - West στο Ηνωμένο Βασίλειο).

Υπήρχαν σχετικά μικρές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων όσον αφορά τα ποσοστά ΕΑΕΚ στους νέους ηλικίας 18-24 ετών: το 2015, το ποσοστό των νέων ανδρών που βρίσκονταν εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης ανήλθε στο 15,4 %, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις νέες γυναίκες ήταν κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο. Μια δεκαετία πριν, οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων ήταν σημαντικά ευρύτερες, με το ποσοστό των νέων γυναικών το 2005 να είναι κατά 3,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο για τους νέους άνδρες.

Το γράφημα 2 παρουσιάζει τις 10 περιφέρειες με τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων με υψηλότερα ποσοστά για τους νέους άνδρες ή τις νέες γυναίκες. Μια ανάλυση σε 238 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 δείχνει ότι υπήρχαν 146 περιφέρειες όπου το ποσοστό ΕΑΕΚ για τους νέους άνδρες το 2015 ήταν χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό για τις νέες γυναίκες, ενώ το αντίθετο ίσχυε σε 90 περιφέρειες, και υπήρχαν δύο περιφέρειες —Thüringen (Γερμανία) και Inner London - West (Ηνωμένο Βασίλειο)— όπου η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων ήταν μηδενική. Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων καταγράφηκε στην ελληνική περιφέρεια του Βόρειου Αιγαίου, όπου το ποσοστό ΕΑΕΚ για τους νέους άνδρες (21,5 %) ήταν κατά 18,4 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό για τις νέες γυναίκες. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων υπέρ των νέων γυναικών καταγράφηκαν επίσης σε ελληνική περιφέρεια, καθώς το ποσοστό ΕΑΕΚ για τις νέες γυναίκες στη Δυτική Μακεδονία ήταν 16,7 %, περίπου 13,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό για τους νέους άνδρες. Αυτό το αποκλίνον μοτίβο μεταξύ των περιφερειών που παρατηρείται στην Ελλάδα επαναλαμβανόταν στις περιφέρειες της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς περιφέρειες από τα δύο αυτά κράτη μέλη της ΕΕ περιλαμβάνονταν σε αμφότερες τις ταξινομήσεις των μεγαλύτερων διαφορών μεταξύ των δύο φύλων.

Ευρώπη 2020: ολοκλήρωση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

Ως τριτοβάθμια εκπαίδευση νοείται το επίπεδο εκπαίδευσης που παρέχεται από πανεπιστήμια, πανεπιστήμια επαγγελματικής κατάρτισης, τεχνολογικά ιδρύματα και λοιπά ιδρύματα που απονέμουν ακαδημαϊκούς τίτλους ή τίτλους ανώτερης επαγγελματικής κατάρτισης. Τα κράτη μέλη της ΕΕ αντιμετωπίζουν τέσσερις κύριες προκλήσεις: τη διεύρυνση της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω της αύξησης της συμμετοχής (ιδίως μεταξύ των μειονεκτουσών ομάδων)· τη μείωση του αριθμού των σπουδαστών που εγκαταλείπουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς να έχουν αποκτήσει τυπικά προσόντα· τη μείωση του χρόνου που χρειάζονται ορισμένα άτομα για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους· τη βελτίωση της ποιότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω κύκλων σπουδών καταλληλότερων για τον κόσμο της εργασίας.

Πρωταρχικός στόχος είναι η επίτευξη ποσοστού τουλάχιστον 40 % ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μεταξύ των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών

Όπως έχει ήδη σημειωθεί, η στρατηγική «Ευρώπη 2020» έχει έναν βασικό στόχο όσον αφορά την ολοκλήρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος προβλέπει ότι τουλάχιστον 40 % των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει τριτοβάθμια ή ισοδύναμη εκπαίδευση έως το 2020.

Το ποσοστό ολοκλήρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ΕΕ-28 αυξήθηκε ραγδαία από 23,6 % το 2002 (αρχή της χρονολογικής σειράς για την ΕΕ-28), με συνεχόμενες αυξήσεις κάθε έτος. Έως το 2015, περίπου το 38,7 % του πληθυσμού ηλικίας 30-34 ετών είχε ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ποσοστό που ήταν κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο του 2014.

Υψηλό ποσοστό νέων με υψηλά προσόντα μετακινούνται σε περιφέρειες πρωτευουσών

Συχνά οι μεγάλοι οργανισμοί (τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα) επιλέγουν πρωτεύουσες ως τόπο της έδρας τους, είτε για λόγους κύρους, είτε για να επωφελούνται από τις οικονομίες κλίμακας που ενδέχεται να υπάρχουν σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες πόλεις της ΕΕ. Αυτή η σχετικά υψηλή συγκέντρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, με τις συνεπαγόμενες ευκαιρίες απασχόλησης, μπορεί, τουλάχιστον εν μέρει, να εξηγήσει τον σημαντικό αριθμό πτυχιούχων που μετακομίζουν για να ζήσουν σε περιφέρειες πρωτευουσών.

ΕΣΤΙΑΣΗ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ

Inner London - West, Ηνωμένο Βασίλειο

Tanaka Business School - Imperial College 24-06-2004.jpeg

Η υψηλή συγκέντρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και οι συνεπαγόμενες ευκαιρίες απασχόλησης μπορούν, τουλάχιστον εν μέρει, να εξηγήσουν τον σημαντικό αριθμό πτυχιούχων που μετακομίζουν για να ζήσουν σε περιφέρειες πρωτευουσών. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περιφέρεια Inner London - West, καθώς το 2015 πάνω από τα τέσσερα πέμπτα του πληθυσμού ηλικίας 30-34 ετών κατείχαν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδα 5-8 της ISCED).

©: Kevin Judson

Δεδομένου ότι τα περισσότερα άτομα ηλικίας 30-34 ετών θα έχουν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευσή τους πριν από την ηλικία των 30 ετών, ο δείκτης αυτός μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να αξιολογηθεί η ελκυστικότητα (ή «ελκτική ισχύς») των περιφερειών όσον αφορά τις ευκαιρίες απασχόλησης που προσφέρουν στους πτυχιούχους. Ο χάρτης 5 απεικονίζει το ποσοστό ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2 για το 2015: με την πιο σκουρόχρωμη πορτοκαλί σκίαση επισημαίνονται οι περιφέρειες όπου τουλάχιστον το ήμισυ του πληθυσμού ηλικίας 30-34 ετών είχε ολοκληρώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μακράν το υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε σε μία από τις δύο περιφέρειες της πρωτεύουσας του Ηνωμένου Βασιλείου, Inner London - West, όπου πάνω από τα τέσσερα πέμπτα (80,8 %) του πληθυσμού ηλικίας 30-34 ετών είχαν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκαν επίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο, και συγκεκριμένα: στην περιφέρεια Outer London - South (69,3 %), στην άλλη περιφέρεια της πρωτεύουσας, Inner London - East (68,2 %), και στη βορειοανατολική Σκωτία (66,1 %)· σημειώνεται ότι και στις τέσσερις περιφέρειες της Σκωτίας καταγράφηκαν ποσοστά μεγαλύτερα του 50 %.

Μεγάλο ποσοστό των υπόλοιπων περιφερειών της ΕΕ με σχετικά υψηλά επίπεδα ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν περιφέρειες πρωτευουσών, όπως: Hovedstaden (Δανία), Southern και Eastern (Ιρλανδία), Île de France (Γαλλία), Noord-Holland (Κάτω Χώρες), Mazowieckie (Πολωνία), Helsinki-Uusimaa (Φινλανδία) και Stockholm (Σουηδία), καθώς και Κύπρος, Λιθουανία και Λουξεμβούργο (που αποτελούν ενιαίες περιφέρειες σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης). Αλλού, οι περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων ηλικίας 30-34 ετών με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χαρακτηρίζονται συχνά ως περιφέρειες που σχετίζονται με την έρευνα ή/και την τεχνολογία, για παράδειγμα: Province Brabant Wallon και Provincie Vlaams-Brabant στο Βέλγιο, País Vasco στην Ισπανία, Rhône-Alpes στη Γαλλία, Utrecht στις Κάτω Χώρες, Västsverige στη Σουηδία ή Berkshire, Buckinghamshire και Oxfordshire στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα χαμηλότερα επίπεδα ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορεί να συνδέονται με μια έμφαση στην επαγγελματική εκπαίδευση

Το ποσοστό ολοκλήρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν κάτω από 20 % (όπως προκύπτει από την πιο ανοιχτόχρωμη πορτοκαλί σκίαση στον χάρτη 5) σε οκτώ περιφέρειες που βρίσκονταν σε νότιες ή ανατολικές περιφέρειες της ΕΕ. Οι εν λόγω περιφέρειες βασίζονταν, παραδοσιακά, σε δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα —βαριά βιομηχανία (για παράδειγμα γεωργία, εξορυκτικές δραστηριότητες ή σιδηρουργία και χαλυβουργία) ή γεωργία— στο πλαίσιο του οικονομικού τους ιστού. Τέσσερις από τις οκτώ περιφέρειες ήταν διάσπαρτες σε όλη τη Νότια Ιταλία (Puglia, Sardegna, Campania και Sicilia), τρεις βρίσκονταν στο ανατολικό τμήμα της Ρουμανίας (Sud-Est, Sud - Muntenia και Nord-Est) και η τελευταία ήταν το Severozápad στο βορειοδυτικό τμήμα της Τσεχικής Δημοκρατίας, όπου καταγράφηκε το χαμηλότερο ποσοστό ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (15,4 %)· επιπλέον, υπήρχαν 11 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 στην Τουρκία όπου λιγότερα από ένα στα πέντε άτομα ηλικίας 30-34 ετών είχαν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Εκτός από τις εν λόγω περιφέρειες, το επίπεδο ολοκλήρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν επίσης σχετικά χαμηλό σε πολλές περιφέρειες ανά την Αυστρία και την Τσεχική Δημοκρατία. Αυτό μπορεί, τουλάχιστον εν μέρει, να αποδοθεί στην ιδιαίτερη έμφαση που δίνεται στην επαγγελματική εκπαίδευση στα εν λόγω κράτη μέλη της ΕΕ (για περισσότερες πληροφορίες, βλ. χάρτη 2), όπου δίνεται έμφαση στα επαγγελματικά και όχι στα ακαδημαϊκά προσόντα.

Το ποσοστό των νέων γυναικών ηλικίας 30-34 ετών που είχαν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν 9,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο για τους νέους άνδρες

Το 2015, το ποσοστό των νέων γυναικών ηλικίας 30-34 ετών που ζούσαν στην ΕΕ-28 και είχαν ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν 43,4 %· το ποσοστό αυτό ήταν σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό που καταγράφηκε για τους νέους άνδρες της ίδιας ηλικίας και ανήλθε σε μόλις πάνω από το ένα τρίτο (34,0 %). Κατά την τελευταία δεκαετία, το ποσοστό των γυναικών ηλικίας 30-34 ετών που ολοκληρώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό απ’ ό,τι το αντίστοιχο ποσοστό για τους νέους άνδρες, με τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων για τον εν λόγω δείκτη να διευρύνονται.

Ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός (230 από 261) περιφερειών επιπέδου NUTS 2 για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ανέφερε υψηλότερο ποσοστό γυναικών ηλικίας 30-34 ετών που ολοκλήρωσαν την τριτοβάθμια εκπαίδευση το 2015. Υπήρχαν 29 περιφέρειες όπου το ποσοστό των νέων ανδρών με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν υψηλότερο, και δύο περιφέρειες —Münster στη Γερμανία και Βιέννη, περιφέρεια πρωτεύουσας, στην Αυστρία— όπου δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ των δύο φύλων.

Οι γυναίκες είχαν υψηλότερο ποσοστό ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις περιφέρειες με τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων

Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων σε ό,τι αφορά τα ποσοστά ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης καταγράφηκε στη Λετονία (ενιαία περιφέρεια σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης), όπου το ποσοστό για τις γυναίκες ήταν 29,7 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο απ’ ό,τι για τους άνδρες. Γενικότερα, μερικές από τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων καταγράφηκαν στα κράτη μέλη της Βαλτικής, στο Βέλγιο, στη Δανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στη Σουηδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου μεταξύ των πολυπεριφερειακών κρατών μελών της ΕΕ υπήρχαν τουλάχιστον δύο περιφέρειες οι οποίες ανέφεραν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων τουλάχιστον 20,0 ποσοστιαίων μονάδων, με τα υψηλότερα ποσοστά να αναφέρονται για τις γυναίκες. Ορισμένες από τις εν λόγω περιφέρειες χαρακτηρίζονταν ως σχετικά αγροτικές ή αραιοκατοικημένες περιοχές, όπου οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων αντικατόπτριζαν συχνά τα χαμηλότερα επίπεδα ολοκλήρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μεταξύ των νέων ανδρών, και όχι τα υψηλότερα επίπεδα μεταξύ των νέων γυναικών. Παραδείγματα παρόμοιων σχετικά αγροτικών ή αραιοκατοικημένων περιοχών είναι η Provincie Limburg στο Βέλγιο, η Sjælland στη Δανία, η Molise στην Ιταλία, η Övre Norrland και η Mellersta Norrland στη Σουηδία, και η North Yorkshire ή η Highlands and Islands στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το μοτίβο αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων: υψηλότερη τάση των νέων ανδρών με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να εγκαταλείπουν τις αγροτικές περιοχές αναζητώντας εργασία αλλού, ή υψηλότερο ποσοστό ανδρών που επιλέγουν να εγκαταλείψουν σχετικά πρόωρα το εκπαιδευτικό σύστημα (ίσως για να εργαστούν στον τομέα της γεωργίας).

Από τις 29 περιφέρειες όπου το ποσοστό των νέων ανδρών με μορφωτικό επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των νέων γυναικών, οι 19 βρίσκονταν στη Γερμανία. Μεταξύ αυτών ήταν η ανατολική βαυαρική περιφέρεια της Oberpfalz, που παρουσίαζε τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, όπου το ποσοστό για τους άνδρες ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο για τις γυναίκες. Οι μισές από τις υπόλοιπες 10 περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μεταξύ των νέων ανδρών βρίσκονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, με δύο περιφέρειες από τις Κάτω Χώρες και μία από την Ισπανία, μία από τη Γαλλία και μία από τη Ρουμανία.

Πηγές και διαθεσιμότητα δεδομένων

Τα στατιστικά στοιχεία για την εκπαίδευση παρέχουν, μεταξύ άλλων, πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, τη μαθησιακή κινητικότητα, το διδακτικό προσωπικό, τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και τη γνώση (ξένων) γλωσσών. Ο εν λόγω τομέας παρέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, όπως ο αριθμός των αποφοίτων, τα επίπεδα ολοκλήρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία.

Κύριες πηγές

Στατιστικές της UNESCO, του ΟΟΣΑ και της Eurostat (UOE)

Τα ευρωπαϊκά στατιστικά στοιχεία για την εκπαίδευση συλλέγονται στην πλειονότητά τους στο πλαίσιο κοινά διαχειριζόμενης άσκησης, η οποία περιλαμβάνει το Ινστιτούτο Στατιστικής της UNESCO (UNESCO-UIS), τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και τη Eurostat· συχνά αναφέρεται ως άσκηση συλλογής στοιχείων UOE. Τα στοιχεία για τις εγγραφές στις περιφέρειες και για την εκμάθηση ξένων γλωσσών συλλέγονται χωριστά από την Eurostat.

Η συλλογή στοιχείων UOE βασίζεται κυρίως σε διοικητικές πηγές που παρέχονται από τα υπουργεία Παιδείας ή τις εθνικές στατιστικές αρχές βάσει κοινώς συμφωνημένων ορισμών. Η στατιστική μονάδα για τις περιφερειακές στατιστικές εκπαίδευσης είναι ο σπουδαστής. Περίοδοι αναφοράς είναι το ημερολογιακό έτος για τα στοιχεία σχετικά με τους αποφοίτους και το σχολικό/ακαδημαϊκό έτος για όλα τα άλλα μη νομισματικά στοιχεία (για παράδειγμα, τα στοιχεία για την περίοδο του 2014 καλύπτουν το ακαδημαϊκό έτος 2013/14).

Δεδομένου ότι η δομή των εκπαιδευτικών συστημάτων διαφέρει από χώρα σε χώρα, προϋπόθεση για τη συγκρισιμότητα των στοιχείων είναι η ύπαρξη πλαισίου για τη συγκέντρωση, την επεξεργασία και την παρουσίαση περιφερειακών, εθνικών και διεθνών στατιστικών στοιχείων και δεικτών για την εκπαίδευση. Αυτό προβλέπεται από τη διεθνή πρότυπη ταξινόμηση της εκπαίδευσης (ISCED).

Η διεθνής πρότυπη ταξινόμηση της εκπαίδευσης (ISCED)

Το πλαίσιο της ISCED επικαιροποιείται περιστασιακά ώστε να καλύπτει τις νέες εξελίξεις στα εκπαιδευτικά συστήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ISCED 2011 εγκρίθηκε από τη γενική διάσκεψη της UNESCO τον Νοέμβριο του 2011 και αποτελεί τη βάση για τα στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο, παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία για τα έτη αναφοράς πριν από το 2014 είχαν συγκεντρωθεί μέσω της προηγούμενης έκδοσης, ISCED-97.

Στην έκδοση του 2011 της εν λόγω ταξινόμησης έχουν προστεθεί νέες κατηγορίες, σε αναγνώριση της επέκτασης της προσχολικής εκπαίδευσης και της αναδιάρθρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η ΙSCED ταξινομεί όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα και προσόντα κατά επίπεδα:

  • Προσχολική εκπαίδευση/λιγότερο από πρωτοβάθμια εκπαίδευση (επίπεδο 0)·
  • Πρωτοβάθμια εκπαίδευση (επίπεδο 1)·
  • Κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (επίπεδο 2)·
  • Ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (επίπεδο 3)·
  • Μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση μη τριτοβάθμιου επιπέδου (επίπεδο 4)·
  • Τριτοβάθμια εκπαίδευση σύντομης διάρκειας (επίπεδο 5)·
  • Πτυχίο ή ισοδύναμο επίπεδο (επίπεδο 6)·
  • Μεταπτυχιακό ή ισοδύναμο επίπεδο (επίπεδο 7)·
  • Διδακτορικό ή ισοδύναμο επίπεδο (επίπεδο 8).

Πλήρης περιγραφή διατίθεται στον δικτυακό τόπο της UNESCO-UIS.

Έρευνα εργατικού δυναμικού

Τα στοιχεία σχετικά με τα άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση, τα άτομα ΕΑΕΚ και την ολοκλήρωση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο, προκύπτουν από την έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΕ (ΕΕΔ). Η ΕΕΔ βασίζεται σε έρευνα των ατόμων που ζουν σε ιδιωτικά νοικοκυριά. Καλύπτει το σύνολο του πληθυσμού που έχει συνήθη διαμονή στα κράτη μέλη της ΕΕ, εκτός από τα πρόσωπα που ζουν σε συλλογικά νοικοκυριά ή σε ιδρύματα. Τα στοιχεία της ΕΕΔ που αφορούν την εκπαίδευση επικαιροποιούνται δύο φορές τον χρόνο, την άνοιξη (συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων για ένα νέο έτος αναφοράς) και το φθινόπωρο.

Σημειώνεται ότι μέχρι και το έτος αναφοράς 2013 τα στοιχεία αυτά ταξινομούνται κατά ISCED-97, ενώ τα στοιχεία από το 2014 και μετά ταξινομούνται κατά ΙSCED 2011. Οι διαδικτυακοί πίνακες και οι βάσεις δεδομένων της Eurostat παρουσιάζουν στοιχεία ως προς το μορφωτικό επίπεδο για τρία σύνολα (χαμηλό, μεσαίο και υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης), και σε αυτό το επίπεδο ομαδοποίησης τα στατιστικά στοιχεία είναι συγκρίσιμα διαχρονικά για καθένα από τα κράτη μέλη της ΕΕ (με εξαίρεση τα στοιχεία για την Αυστρία). Στην Αυστρία υπάρχει μια διακοπή για λόγους μετατόπισης επιπέδου, λόγω της ανακατάταξης ενός προγράμματος που εκτείνεται σε διαφορετικά επίπεδα εκπαίδευσης: τα προσόντα που αποκτώνται μετά την επιτυχή ολοκλήρωση των ανώτερων τεχνικών και επαγγελματικών κολεγίων κατατάσσονται στην ISCED 2011 στο επίπεδο 5 της ISCED, ενώ στο πλαίσιο της ISCED-97 τα ίδια προσόντα κατατάσσονταν στο επίπεδο 4 της ISCED, αλλά συνοδεύονταν από υποσημείωση που τα χαρακτήριζε ισοδύναμα με την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στους διαδικτυακούς πίνακες και τις βάσεις δεδομένων, οι χρονολογικές σειρές για την ISCED-97 και την ISCED 2011 παρουσιάζονται σε ενιαίο πίνακα με επισημάνσεις βάσει της ταξινόμησης ISCED 2011· η αλλαγή ταξινόμησης μεταξύ 2013 και 2014 υποδεικνύεται με τη χρήση μιας επισήμανσης «b» (που υποδηλώνει διακοπή στη χρονολογική σειρά).

NUTS

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο βασίζονται αποκλειστικά στην έκδοση NUTS 2013.

Ορισμοί των δεικτών

Τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με το ποσοστό των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών που είναι εγγεγραμμένα στην προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση (επίπεδα 0-1 της ISCED 2011) αφορούν τα ιδρύματα που παρέχουν φροντίδα εκπαιδευτικού περιεχομένου σε μικρά παιδιά· τα εν λόγω ιδρύματα πρέπει να διαθέτουν προσωπικό με ειδικά προσόντα στον τομέα της εκπαίδευσης. Σημειωτέον ότι το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση τα στοιχεία από δύο διαφορετικές πηγές (εκπαιδευτικές και δημογραφικές στατιστικές) και ότι ορισμένοι μαθητές που είναι εγγεγραμμένοι σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ενδέχεται να μην είναι εγγεγραμμένοι ως κάτοικοι στα δημογραφικά στοιχεία (και επομένως, τα ποσοστά με τον τρόπο αυτό μπορεί να υπερβαίνουν το 100 %).

Η επαγγελματική εκπαίδευση έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε οι σπουδαστές να αποκτούν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που αφορούν ειδικά συγκεκριμένο επάγγελμα ή εργασία τεχνικού χαρακτήρα. Η επαγγελματική εκπαίδευση μπορεί να έχει συνιστώσες με βάση την εργασία (π.χ. μαθητεία ή εκπαιδευτικά προγράμματα διττού συστήματος). Ο δείκτης επαγγελματικής εκπαίδευσης που παρουσιάζεται στο παρόν άρθρο δείχνει το ποσοστό των σπουδαστών που παρακολουθούν προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης επί του συνολικού αριθμού των εγγεγραμμένων σπουδαστών στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (όπως ορίζεται από το επίπεδο 3 της ISCED 2011).

Τα άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση είναι ένας δείκτης που ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 18-24 ετών τα οποία έχουν ολοκληρώσει έως και την κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (επίπεδα 0, 1, 2 ή 3c short της ISCED-97 για την περίοδο έως και το 2013, και επίπεδα 0-2 της ISCED 2011 για το 2014 και το 2015), και τα οποία δεν συμμετείχαν σε περαιτέρω εκπαίδευση και κατάρτιση (κατά τη διάρκεια των τεσσάρων εβδομάδων πριν από την έρευνα εργατικού δυναμικού). Στον εν λόγω δείκτη βασίζεται ένας στόχος της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», δηλαδή η μείωση των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση στην ΕΕ σε ποσοστό κάτω του 10 %.

Ο δείκτης των νέων ατόμων εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ) αντιστοιχεί στο ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-24 ετών που δεν εργάζεται και δεν συμμετέχει σε προγράμματα περαιτέρω εκπαίδευσης ή κατάρτισης.

Ο δείκτης της ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 30-34 ετών που έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (π.χ. σε πανεπιστήμιο ή ανώτερο τεχνολογικό ίδρυμα). Η ηλικιακή ομάδα 30-34 ετών χρησιμοποιείται επειδή αναφέρεται γενικά στην πρώτη πενταετία κατά την οποία οι περισσότεροι φοιτητές έχουν ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές τους. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση αναφέρεται στα επίπεδα 5-6 της ISCED 1997 για τα δεδομένα μέχρι το 2013 και στα επίπεδα 5-8 της ISCED 2011 για το 2014 και το 2015. Στον εν λόγω δείκτη βασίζεται ένας στόχος της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», δηλαδή να εξασφαλιστεί ότι, έως το 2020, τουλάχιστον το 40 % των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών θα έχουν ολοκληρώσει σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Πλαίσιο

Η εκπαίδευση και η κατάρτιση είναι καίριας σημασίας για την οικονομική και κοινωνική πρόοδο και στο πλαίσιο αυτό, η ευθυγράμμιση των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας παίζει καθοριστικό ρόλο. Αυτό το γεγονός γίνεται όλο και πιο σημαντικό σε μια παγκοσμιοποιημένη και βασιζόμενη στη γνώση οικονομία, όπου υπάρχει ανάγκη για ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, ανταγωνιστικό από την άποψη της παραγωγικότητας, της ποιότητας και της καινοτομίας.

Κάθε κράτος μέλος της ΕΕ είναι κατά κύριο λόγο αρμόδιο για τα δικά του συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης και για το περιεχόμενο των προγραμμάτων διδασκαλίας του (προγράμματα σπουδών). Η ΕΕ στηρίζει τις εθνικές δράσεις και βοηθά τα κράτη μέλη να αντιμετωπίζουν τις κοινές προκλήσεις μέσω της λεγόμενης «ανοικτής μεθόδου συντονισμού»: παρέχει ένα φόρουμ πολιτικής όπου μπορούν να συζητιούνται επίκαιρα ζητήματα (για παράδειγμα, η γήρανση του πληθυσμού, το έλλειμμα δεξιοτήτων ή ο παγκόσμιος ανταγωνισμός) και δίνει στα κράτη μέλη την ευκαιρία να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές.

Εκπαίδευση και κατάρτιση 2020 (EΚ 2020)

Το στρατηγικό πλαίσιο για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης (EΚ 2020) διαμόρφωσε μια δέσμη συμπερασμάτων του Συμβουλίου (2009/C 119/02), η οποία εγκρίθηκε τον Μάιο του 2009. Η δέσμη αυτή ορίζει τέσσερις στρατηγικούς στόχους για την εκπαίδευση και την κατάρτιση στην ΕΕ: πραγμάτωση της δια βίου μάθησης και της κινητικότητας· βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης και της κατάρτισης· προαγωγή της ισοτιμίας, της κοινωνικής συνοχής και της ενεργού συμμετοχής στα κοινά· και ενίσχυση της καινοτομίας και της δημιουργικότητας (συμπεριλαμβανομένου του επιχειρηματικού πνεύματος) σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης και κατάρτισης. Για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, το ΕΚ 2020 ορίζει σειρά κριτηρίων αναφοράς που υπόκεινται σε τακτική στατιστική παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων στόχων που πρέπει να επιτευχθούν έως το 2020:

  • τουλάχιστον το 95 % των παιδιών από την ηλικία των τεσσάρων ετών έως την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης θα πρέπει να συμμετέχουν σε προσχολική εκπαίδευση·
  • το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 15 ετών που παρουσιάζουν ανεπάρκειες στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις θετικές επιστήμες θα πρέπει να είναι μικρότερο από 15 %·
  • το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση θα πρέπει να είναι χαμηλότερο από 10 %·
  • το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών που έχουν ολοκληρώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 40 %·
  • τουλάχιστον το 15 % των ενηλίκων 25-64 ετών θα πρέπει να συμμετέχουν σε δια βίου μάθηση·
  • τουλάχιστον το 20 % των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα πρέπει να έχει πραγματοποιήσει μια περίοδο σπουδών ή κατάρτισης σχετικά με την τριτοβάθμια εκπαίδευση (συμπεριλαμβανομένης της πρακτικής άσκησης) στο εξωτερικό, η οποία θα πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον 15 μονάδες του ευρωπαϊκού συστήματος μεταφοράς και συσσώρευσης ακαδημαϊκών μονάδων (ECTS) ή να είχε διάρκεια τριών τουλάχιστον μηνών·
  • τουλάχιστον το 6 % των ατόμων ηλικίας 18-34 ετών με τίτλο αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να έχει πραγματοποιήσει μια περίοδο σπουδών ή κατάρτισης σχετικά με την αρχική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΕΚ) (συμπεριλαμβανομένης της πρακτικής άσκησης) στο εξωτερικό, η οποία θα πρέπει να είχε διάρκεια δύο τουλάχιστον εβδομάδων·
  • το ποσοστό των αποφοίτων (20-34 ετών) που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης και κατάρτισης για διάστημα όχι μεγαλύτερο των τριών ετών πριν από το έτος αναφοράς, και οι οποίοι εργάζονται, θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 82 %.

Το 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη της ΕΕ πραγματοποίησαν έναν απολογισμό προκειμένου να αξιολογήσουν την επιτευχθείσα πρόοδο και να εξετάσουν πιθανές νέες προτεραιότητες σε ό,τι αφορά τη συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αξιοποιώντας το εν λόγω έργο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για έξι νέες προτεραιότητες για την περίοδο 2016-20, η οποία εγκρίθηκε τον Νοέμβριο του 2015, υπό τον τίτλο Κοινή έκθεση για το 2015 του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του στρατηγικού πλαισίου για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης (ΕΚ 2020) — νέες προτεραιότητες για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης. Οι έξι νέοι τομείς προτεραιότητας αφορούν:

  • κατάλληλες και υψηλής ποιότητας γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που αποκτώνται μέσω της δια βίου μάθησης, με έμφαση στα μαθησιακά αποτελέσματα και με στόχο την απασχολησιμότητα, την καινοτομία, την ενεργό συμμετοχή και την ευημερία του πολίτη·
  • εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς, ισοτιμία, αποφυγή διακρίσεων και προαγωγή των ικανοτήτων που σχετίζονται με την ιδιότητα του πολίτη·
  • ανοικτή και καινοτόμος εκπαίδευση και κατάρτιση, κυρίως πλήρως εντεταγμένη στην ψηφιακή εποχή·
  • ευρεία υποστήριξη των εκπαιδευτικών, των εκπαιδευτών, των διευθυντών σχολείων και του λοιπού εκπαιδευτικού προσωπικού·
  • διαφάνεια και αναγνώριση των δεξιοτήτων και των επαγγελματικών προσόντων με στόχο τη διευκόλυνση της μάθησης και της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού·
  • βιώσιμες επενδύσεις, ποιότητα και αποτελεσματικότητα των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Βλέπε επίσης

Περαιτέρω πληροφορίες της Eurostat

Προβολή δεδομένων

Εκδόσεις

Βασικοί πίνακες

Στατιστικά στοιχεία για την εκπαίδευση στις περιφέρειες (t_reg_educ)
Συμμετοχή στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση (t_educ_part)
Ποσοστά συμμετοχής παιδιών ηλικίας 4 ετών στην εκπαίδευση, κατά περιφέρεια επιπέδου NUTS 2 (tgs00092)
Αποτελέσματα εκπαίδευσης και κατάρτισης (t_educ_outc)
Ολοκλήρωση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ηλικιακή ομάδα 30-34 ετών ανά φύλο και περιφέρειες NUTS 1 (tgs00105)
Ολοκλήρωση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ηλικιακή ομάδα 25-64 ετών ανά φύλο και περιφέρειες NUTS 2 (tgs00109)
Άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση (tsdsc410)
Άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ανά φύλο και περιφέρειες NUTS 1 (tgs00106)

Βάση δεδομένων

Στατιστικά στοιχεία για την εκπαίδευση στις περιφέρειες (reg_educ)
Συμμετοχή στην εκπαίδευση και την κατάρτιση (educ_part)
Μαθητές και σπουδαστές – εγγραφές (educ_uoe_enr)
Όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης (educ_uoe_enra)
Αποτελέσματα εκπαίδευσης και κατάρτισης (educ_outc)
Μορφωτικό επίπεδο (edat)
Πληθυσμός ανά μορφωτικό επίπεδο (edat1)
Μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία (edatt)
Νέοι ανά εκπαιδευτική και επαγγελματική κατάσταση (συμπ. των ατόμων εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης – ΕΑΕΚ) (edatt0)
Άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση (edatt1)

Ειδική ενότητα

Μεθοδολογία / Μεταδεδομένα

Πηγή δεδομένων για γραφήματα, πίνακες και χάρτες (MS Excel)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι